κεντιά

κεντιά
η
1. κέντηση, σουβλιά: Του ’δωσε μια κεντιά με τη βελόνα.
2. πειραχτικός λόγος: Του πέταξε μια κεντιά.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • κέντια — η κοινή ονομασία δύο ειδών αγγειόσπερμων μονοκότυλων φυτών τής οικογένειας φοινικίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. kentia < από το όνομα τού William Kent, Ολλανδού κηπουρού και ταξιδευτή στην Ανατολή] …   Dictionary of Greek

  • κεντιά — η [κεντώ] 1. κέντηση 2. οξύς σωματικός πόνος, σουβλιά 3. οξύς πόνος που προέρχεται από τσίμπημα 4. μτφ. ενοχλητικός, δυσάρεστος υπαινιγμός, πείραγμα …   Dictionary of Greek

  • κέντημα — Διακόσμηση υφάσματος που εκτελείται με βελόνα και νήμα μεταξωτό, μάλλινο κλπ. Οι συνηθέστερες βελονιές που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των κ. είναι η αρχαιότατη αλυσοβελονιά, η οποία μοιάζει με πλεξίδα, η σταυροβελονιά, η πισωβελονιά, που… …   Dictionary of Greek

  • κέντηση — η (Α κέντησις) [κεντώ] κεντιά, τσίμπημα, αγκύλωμα, νύξη, νύγμα νεοελλ. κέντημα, στόλισμα, ποίκιλμα αρχ. επιγρ. η τοποθέτηση ψηφίδων σε μωσαϊκό, η κατασκευή ψηφιδωτών …   Dictionary of Greek

  • κεντησιά — η [κεντώ] 1. η πράξη και το αποτέλεσμα τού κεντώ, κέντηση, κεντιά 2. μτφ. α) παρακίνηση, παρόρμηση β) πείραγμα, νύξη για δυσάρεστα πράγματα …   Dictionary of Greek

  • κεντώ — άω (ΑΜ κεντῶ, έω) 1. (για έντομα) κεντρίζω, κεντρώνω, τσιμπώ («μέ κέντησε μια μέλισσα») 2. ερεθίζω κάποιον για να προβεί σε μια ενέργεια, αναγκάζω το άλογο να προχωρήσει, σπιρουνίζω («τη φοράδα κτύπα, κέντησον, φύγε», Κάλβ.) νεοελλ. 1. μτφ.… …   Dictionary of Greek

  • νύξη — η (ΑΜ νύξις, εως, Α ιων. γεν. ιος) [νύσσω] κέντρισμα με αιχμηρό όργανο, κεντιά, τσίμπημα νεοελλ. 1. επιφανειακή λύση τής συνέχειας τού δέρματος, όπως αυτή που γίνεται κατά τον δαμαλισμό 2. (στην οπλομαχητική) το χτύπημα που δίνεται με την αιχμή… …   Dictionary of Greek

  • αγκύλωμα — το, ατος και αγκυλωματιά, η κεντιά με αγκύλια, πόνος σωματικός ή ψυχικός: Ένιωσα μέσα μου ένα δυνατό αγκύλωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κέντηση — η τρύπημα με αιχμηρό όργανο, τρύπημα, κεντιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κέντρωμα — το ατος 1. κεντιά, τσίμπημα: Είναι κέντρωμα από μέλισσα. 2. μπόλιασμα: Αυτά τα δέντρα θέλουν κέντρωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”